μαντεύω
•
- προλέγω τα γεγονότα που θα συμβούν στο μέλλον, προφητεύω Βικιλεξικό
- Καὶ βγῆκε ὄξω, κ' ἔκαμε τὸ γύρο τοῦ σπιτιοῦ, κ' ἐσταμάτησε στὸν κῆπο του γιὰ νὰ ἰδεῖ στὴν Ἀνατολὴ ἄν ἔβγαινε ὁ Αὐγερινός, καὶ πασκίζοντας ἀπὸ ἄλλους ἀστερισμοὺς νὰ μαντέψει τὴ θέση τῆς Πούλιας, γιατὶ τὰ γέρικα μάτια του δὲν ἔβλεπαν πλιὰ τὰ μικρὰ της ἀστέρια. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, 1920)
- βρίσκω την απάντηση σε ένα ερώτημα με τη διαίσθηση περισσότερο ή βασιζόμενος στην τύχη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαντεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μαντεύω < αρχαία ελληνική μαντεύομαι.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαντεύω | μαντεύεις | μαντεύει | μαντεύουμε | μαντεύετε | μαντεύουν / μαντεύουνε |
| Παρατατικός | μάντευα | μάντευες | μάντευε | μαντεύαμε | μαντεύατε | μάντευαν / μαντεύαν / μαντεύανε |
| Αόριστος | μάντεψα | μάντεψες | μάντεψε | μαντέψαμε | μαντέψατε | μάντεψαν / μαντέψαν / μαντέψανε |
| Μέλλοντας | θα μαντέψω / θα μαντεύω | θα μαντέψεις / θα μαντεύεις | θα μαντέψει / θα μαντεύει | θα μαντέψουμε / θα μαντεύουμε | θα μαντέψετε / θα μαντεύετε | θα μαντέψουν / θα μαντέψουνε / θα μαντεύουν / θα μαντεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαντέψει | έχεις μαντέψει | έχει μαντέψει | έχουμε μαντέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαντέψει | είχες μαντέψει | είχε μαντέψει | είχαμε μαντέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαντέψει / να μαντέψω / να μαντεύω | να έχεις μαντέψει / να μαντέψεις / να μαντεύεις | να έχει μαντέψει / να μαντέψει / να μαντεύει | να έχουμε μαντέψει / να μαντέψουμε / να μαντεύουμε | να μαντέψετε / να μαντεύετε | να μαντέψουν / να μαντέψουνε / να μαντεύουν / να μαντεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε μαντεμένο / μάντευε / μάντεψε | — | — | μαντέψτε / μαντεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →