μαξούλι
•
- η παραγωγή της χρονιάς σε κάποιον καρπό, όπως ελιές, φρούτα, κ.λπ. Βικιλεξικό
- Ποιός θὰ μαζώξει φέτος το μαξούλι; ρωτοῦσαν ἀγκουσεμένοι οἱ χωριάτες. (Παντελής Πρεβελάκης, Ὁ Κρητικός. Ἡ πρώτη λευτεριά, 1949)
- μεταφορικάη καρποφορία σε όλους τους τομείς, τα γεννήματα Βικιλεξικό
- Τσ' αγάπης το μαξούλι (κρητικό τραγούδι) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Ετυμολογία
μαξούλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαξούλι(ν) < οθωμανική τουρκική (→ δείτε τουρκική mahsul) < αραβική محصول (mahsūl, συγκομιδή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαξούλι | μαξούλια |
| Γενική | μαξουλιού | μαξουλιών |
| Αιτιατική | μαξούλι | μαξούλια |
| Κλητική | μαξούλι | μαξούλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →