σοδειά
•
- η αγροτική παραγωγή μιας χρονιάς Βικιλεξικό
- Αναφέρεται επίσης ότι οι στρεμματικές αποδόσεις σε κρασί και λάδι είναι μικρότερες από τις συνήθεις. Υπάρχει βέβαια η πιθανότητα της κακής σοδειάς (ειδικά για το λάδι, μια που οι ελιές παράγουν κάθε δεύτερο χρόνο) (Δημήτρης Ψυχογιός, Προίκες, φόροι, σταφίδα και ψωμί, εκδ. ΕΚΚΕ, 1987, σελ. 33)
- Οι προκολομβιανοί γεωπόνοι αμείβονταν με πλούσιες σοδειές —και οι σύγχρονοι ερευνητές ανακάλυψαν ότι η terra preta οφείλει τις θαυμαστές ιδιότητές της στο λεπτό, πορώδες ξυλοκάρβουνο, που αποτελεί κάλλιστη αποθήκη μεταλλικών στοιχείων. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 7/9/2009)
Ετυμολογία
σοδειά < μεσαιωνική ελληνική σοδεία < ἐσοδεία < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική εἴσοδος < εἰς + ὁδός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σοδειά | σοδειές |
| Γενική | σοδειάς | σοδειών |
| Αιτιατική | σοδειά | σοδειές |
| Κλητική | σοδειά | σοδειές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →