μαραγκούδικο
•
- προφορικότο μαγαζί ή το εργαστήριο ενός μαραγκού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαραγκούδικο < μαραγκ(ός) + -ούδικο αντί του -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαραγκούδικο | μαραγκούδικα |
| Γενική | μαραγκούδικου | μαραγκούδικων |
| Αιτιατική | μαραγκούδικο | μαραγκούδικα |
| Κλητική | μαραγκούδικο | μαραγκούδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →