Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαραφέτι

/ma.ɾaˈfe.ti/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οικείοαντικείμενο του οποίου δεν γνωρίζουμε ή δεν θυμόμαστε την ονομασία ή δεν θέλουμε να το ονομάσουμε Βικιλεξικό
    • Όλοι στις στάσεις λεωφορείων κρατούν το μαραφέτι στο χέρι και ούτε καταδέχονται να πουν μια καλημέρα. (www.kathimerini.com.cy, 07.02.2022)
    • Είχε πέσει από το μηχανάκι του πατέρα του, που το είχε πάρει στα κρυφά για βόλτα, και είχε σπάσει χέρι και πόδι. Το χέρι το είχε σε νάρθηκα, αλλά το πόδι του είχε πάθει μεγάλο στραπάτσο και έπρεπε, λέει, να χειρουργηθεί. Θα του έβαζαν στο πόδι μια λάμα ή κάποιο άλλο μαραφέτι. (Μαρούλα Κλιάφα, Η ιστορία ενός νεαρού gamer, εκδ. Πατάκης, 2025)

Ετυμολογία

μαραφέτι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική معرفت (maʼrifet, maʼrıfet) (τουρκική marifet) με αφομοίωση [a]-[i] > [a]-[a] < αραβική مَعْرِفَة (maʕrifa, γνώση)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαραφέτιμαραφέτια
Γενικήμαραφετιούμαραφετιών
Αιτιατικήμαραφέτιμαραφέτια
Κλητικήμαραφέτιμαραφέτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →