ματαιοδοξία
•
- η ιδιότητα του ματαιόδοξου· το να νοιάζεται κανείς και να επιδιώκει πράγματα μάταια, ασήμαντα, και να τα επιδεικνύει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ματαιοδοξία < ματαιόδοξος + -ία ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική vaine gloire)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ματαιοδοξία | ματαιοδοξίες |
| Γενική | ματαιοδοξίας | ματαιοδοξιών |
| Αιτιατική | ματαιοδοξία | ματαιοδοξίες |
| Κλητική | ματαιοδοξία | ματαιοδοξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →