ματόφρυδο
•
- ανθρώπινο σώματο φρύδι Βικιλεξικό
- η περιοχή του προσώπου που περικλείει το μάτι και το φρύδι Βικιλεξικό
- Φουσκώσαμε καὶ μαυρίσαμε ποῦ δὲ γνώριζε ἕνας τὸν ἄλλο! Τά μαλλιά μας, τά μουστάκια, τά γένεια σκλήρυναν σάν ἀγκάθια. Τά μάτια χωμένα στά πυκνά ματόφρυδα, ἔχασκαν ἄσπρα σάν σαλιγκάρια. Ὅσο γιά τό μπάρκο, τό μισό ἀπόμενε. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η δικαιοσύνη της θάλασσας, από το βιβλίο Λόγια τῆς πλώρης, 1924)
Ετυμολογία
ματόφρυδο < ματό- + φρύδ(ι) + -ο. Παραβάλετε ματόμπαλο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ματόφρυδο | ματόφρυδα |
| Γενική | ματόφρυδου | ματόφρυδων |
| Αιτιατική | ματόφρυδο | ματόφρυδα |
| Κλητική | ματόφρυδο | ματόφρυδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →