λευκοφορώ
•
- φορώ λευκά (ρούχα), έχω ντυθεί στα άσπρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λευκοφορώ < ελληνιστική κοινή λευκοφορέω / λευκοφορῶ < λευκοφόρος < αρχαία ελληνική λευκός + φέρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λευκοφορώ | λευκοφορείς | λευκοφορεί | λευκοφορούμε | λευκοφορείτε | λευκοφορούν / λευκοφορούνε |
| Παρατατικός | λευκοφορούσα | λευκοφορούσες | λευκοφορούσε | λευκοφορούσαμε | λευκοφορούσατε | λευκοφορούσαν / λευκοφορούσανε |
| Αόριστος | λευκοφόρησα | λευκοφόρησες | λευκοφόρησε | λευκοφορήσαμε | λευκοφορήσατε | λευκοφορήσαν / λευκοφορήσανε / λευκοφόρησαν |
| Μέλλοντας | θα λευκοφορήσω / θα λευκοφορώ | θα λευκοφορήσεις / θα λευκοφορείς | θα λευκοφορήσει / θα λευκοφορεί | θα λευκοφορήσουμε / θα λευκοφορούμε | θα λευκοφορήσετε / θα λευκοφορείτε | θα λευκοφορήσουν / θα λευκοφορήσουνε / θα λευκοφορούν / θα λευκοφορούνε |
| Παρακείμενος | έχω λευκοφορήσει | έχεις λευκοφορήσει | έχει λευκοφορήσει | έχουμε λευκοφορήσει | έχετε λευκοφορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λευκοφορήσει | είχες λευκοφορήσει | είχε λευκοφορήσει | είχαμε λευκοφορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λευκοφορήσει / να λευκοφορήσω / να λευκοφορώ | να έχεις λευκοφορήσει / να λευκοφορήσεις / να λευκοφορείς | να έχει λευκοφορήσει / να λευκοφορήσει / να λευκοφορεί | να έχουμε λευκοφορήσει / να λευκοφορήσουμε / να λευκοφορούμε | να έχετε λευκοφορήσει / να λευκοφορήσετε / να λευκοφορείτε | να λευκοφορήσουν / να λευκοφορήσουνε / να λευκοφορούν / να λευκοφορούνε |
| Προστακτική | — | λευκοφόρει / λευκοφόρησε | — | — | λευκοφορήστε / λευκοφορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →