μαυροφρύδης
•
- αυτός που είναι μαυροφρύδης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαυροφρύδης < μαυρο- + φρύδ(ι) + -ης :* και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου μαυροφρύδης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαυροφρύδης | μαυροφρύδηδες |
| Γενική | μαυροφρύδη | μαυροφρύδηδων |
| Αιτιατική | μαυροφρύδη | μαυροφρύδηδες |
| Κλητική | μαυροφρύδη | μαυροφρύδηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →