Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαυροφρύδης

/ma.vɾoˈfɾi.ðis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που είναι μαυροφρύδης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαυροφρύδης < μαυρο- + φρύδ(ι) + -ης :* και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου μαυροφρύδης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαυροφρύδηςμαυροφρύδηδες
Γενικήμαυροφρύδημαυροφρύδηδων
Αιτιατικήμαυροφρύδημαυροφρύδηδες
Κλητικήμαυροφρύδημαυροφρύδηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μαυροφρύδης

/ma.vɾoˈfɾi.ðis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κτητικό σύνθετοπου έχει μαύρα φρύδια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαυροφρύδης < μαυρο- + φρύδ(ι) + -ης :* και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου μαυροφρύδης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαυροφρύδηςμαυροφρύδαμαυροφρύδικο
Γενικήμαυροφρύδημαυροφρύδαςμαυροφρύδικου
Αιτιατικήμαυροφρύδημαυροφρύδαμαυροφρύδικο
Κλητικήμαυροφρύδημαυροφρύδαμαυροφρύδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαυροφρύδηδεςμαυροφρύδεςμαυροφρύδικα
Γενικήμαυροφρύδηδων—μαυροφρύδικων
Αιτιατικήμαυροφρύδηδεςμαυροφρύδεςμαυροφρύδικα
Κλητικήμαυροφρύδηδεςμαυροφρύδεςμαυροφρύδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →