μαϊμουδιάρης
•
- ο πλανόδιος που εκπαιδεύει μαϊμούδες και τις παρουσιάζει ως δημόσιο θέαμα στο δρόμο ή σε τσίρκο (κατά το 21ο αιώνα το φαινόμενο των πλανόδιων στο δρόμο εξέλιπε) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαϊμουδιάρης < μαϊμουδ(ες) + -άρης (κατά το αρκουδιάρης)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαϊμουδιάρης | μαϊμουδιάρηδες |
| Γενική | μαϊμουδιάρη | μαϊμουδιάρηδων |
| Αιτιατική | μαϊμουδιάρη | μαϊμουδιάρηδες |
| Κλητική | μαϊμουδιάρη | μαϊμουδιάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →