μαϊμού
•
- θηλαστικό ζώομικρόσωμος, ευκίνητος πίθηκος με μακριά ουρά Βικιλεξικό
- μεταφορικάέξυπνος, χαριτωμένος (ιδίως για κορίτσι) Βικιλεξικό
- μεταφορικάάσχημος ή πονηρός και κατεργάρης άνθρωπος Βικιλεξικό
- μεταφορικάμεταμφίεση κλεμμένου αντικειμένου, κυρίως αυτοκινήτου Βικιλεξικό
- μεταφορικάφτηνή απομίμηση αντικειμένου ή ιδέας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαϊμού < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαϊμού < οθωμανική τουρκική میمون (τουρκική maymun) < αραβική مَيْمُون (maymuun)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαϊμού | μαϊμούδες |
| Γενική | μαϊμούς | μαϊμούδων |
| Αιτιατική | μαϊμού | μαϊμούδες |
| Κλητική | μαϊμού | μαϊμούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →