Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεγέθυνση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μεγεθύνω Βικιλεξικό
    • Η μικροσκόπηση έγινε με μικροσκόπιο φθορισμού προσπίπτουσας ακτινοβολίας, χρησιμοποιήθηκε λυχνία Hg 50 W υπερυψηλής πίεσης με μπλε φίλτρο για παραγωγή ακτινοβολίας διέγερσης μήκους κύματος 390-490nm και αρχική μεγέθυνση 400χ (Δελτίον: Acta microbiologica Hellenica, τόμος 37, Ελληνική Μικροβιολογική και Υγειονολογική Εταιρεία, 1992, σελ. 103)

Ετυμολογία

μεγέθυνση < μεγεθύνω + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεγέθυνσημεγεθύνσεις
Γενικήμεγέθυνσηςμεγεθύνσεων
Αιτιατικήμεγέθυνσημεγεθύνσεις
Κλητικήμεγέθυνσημεγεθύνσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →