Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεγεθυντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προκαλεί την αύξηση των διαστάσεων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεγεθυντικός < μεγεθύνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεγεθυντικόςμεγεθυντικήμεγεθυντικό
Γενικήμεγεθυντικούμεγεθυντικήςμεγεθυντικού
Αιτιατικήμεγεθυντικόμεγεθυντικήμεγεθυντικό
Κλητικήμεγεθυντικέμεγεθυντικήμεγεθυντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεγεθυντικοίμεγεθυντικέςμεγεθυντικά
Γενικήμεγεθυντικώνμεγεθυντικώνμεγεθυντικών
Αιτιατικήμεγεθυντικούςμεγεθυντικέςμεγεθυντικά
Κλητικήμεγεθυντικοίμεγεθυντικέςμεγεθυντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →