Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεγαλογράμματος

/me.ɣa.loˈɣɾa.ma.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γραμματικήπου χρησιμοποιεί μόνο κεφαλαία γράμματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεγαλογράμματος < μεγαλο- + γράμμα, γραμματ- + -ος : Διαφορετικό το μεσαιωνικό μεγαλογράμματος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεγαλογράμματοςμεγαλογράμματημεγαλογράμματο
Γενικήμεγαλογράμματουμεγαλογράμματηςμεγαλογράμματου
Αιτιατικήμεγαλογράμματομεγαλογράμματημεγαλογράμματο
Κλητικήμεγαλογράμματεμεγαλογράμματημεγαλογράμματο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεγαλογράμματοιμεγαλογράμματεςμεγαλογράμματα
Γενικήμεγαλογράμματωνμεγαλογράμματωνμεγαλογράμματων
Αιτιατικήμεγαλογράμματουςμεγαλογράμματεςμεγαλογράμματα
Κλητικήμεγαλογράμματοιμεγαλογράμματεςμεγαλογράμματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →