μεγαλυνάριο
•
- θρησκείασύντομος ύμνος, που συχνά αρχίζει με τη φράση «μεγάλυνον, ψυχή μου…», και ψάλλεται συνήθως πριν από τα τροπάρια της ένατης ωδής του κανόνα Βικιλεξικό
- Τέλος ὁ γερο-Κονόμος λέγει εἰς τὸν Νταραδῆμον: ― Θὰ μᾶς πῇς τώρα καὶ κανένα τροπαράκι γιὰ τὴν καλὴ χρονιά; Μὴν ἐξέχασαν κανένα οἱ ψάλτηδες καὶ δὲν τὸ εἶπαν; ― Ἀληθινά, εἶπεν ὁ Νταραδῆμος, ἀπαράτησαν ἕνα μεγαλυνάριο, δὲν ξέρω πῶς τοὺς ἦρθε. «Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν ἁγνὴν Παρθένον, τὴν γεννησαμένην Χριστὸν τὸν Βασιλέα». Μυστήριον ξένον… (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἡ Ντελησυφέρω, 1904)
- Η έκφραση άξιον εστίν, με τη σημασία «αξίζει, ταιριάζει», αποτέλεσε την αρχή ενός μεγαλυναρίου της Παναγίας («άξιον εστίν ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον») και δόθηκε ως τίτλος σε μιαν αγιονορείτικη εικόνα της Θεοτόκου, που με θαυματουργό τρόπο υποτίθεται πως συνδέθηκε με τη γέννηση του ύμνου – και κατ’ επέκταση σε ολόκληρη οικογένεια εικόνων.
Ετυμολογία
μεγαλυνάριο < μεσαιωνική ελληνική μεγαλυνάριον < μεγαλύν(ω) + -άριον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεγαλυνάριο | μεγαλυνάρια |
| Γενική | μεγαλυνάριου / μεγαλυναρίου | μεγαλυνάριων / μεγαλυναρίων |
| Αιτιατική | μεγαλυνάριο | μεγαλυνάρια |
| Κλητική | μεγαλυνάριο | μεγαλυνάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →