Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεγαλόσχημος

/me.ɣaˈlo.sçi.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. συνήθως ειρωνικάπου έχει υψηλό αξίωμα Βικιλεξικό
  2. χριστιανισμόςμοναχός που υπάγεται στην ανώτερη ιεραρχικά μοναχική βαθμίδα Βικιλεξικό
  3. ειρωνικόπου παριστάνει ότι έχει υψηλή θέση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεγαλόσχημος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική μεγαλόσχημος (για μοναχική βαθμίδα) < αρχαία ελληνική μεγαλόσχημος. Συγχρονικά αναλύεται σε μεγαλό- + σχήμ(α) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεγαλόσχημοςμεγαλόσχημημεγαλόσχημο
Γενικήμεγαλόσχημουμεγαλόσχημηςμεγαλόσχημου
Αιτιατικήμεγαλόσχημομεγαλόσχημημεγαλόσχημο
Κλητικήμεγαλόσχημεμεγαλόσχημημεγαλόσχημο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεγαλόσχημοιμεγαλόσχημεςμεγαλόσχημα
Γενικήμεγαλόσχημωνμεγαλόσχημωνμεγαλόσχημων
Αιτιατικήμεγαλόσχημουςμεγαλόσχημεςμεγαλόσχημα
Κλητικήμεγαλόσχημοιμεγαλόσχημεςμεγαλόσχημα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →