μελαγχολώ
•
- κατέχομαι από μελαγχολία, απαισιοδοξία, δυσθυμία ή ακεφιά Βικιλεξικό
- προκαλώ μελαγχολία, απαισιοδοξία, δυσθυμία ή ακεφιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μελαγχολώ < αρχαία ελληνική μελαγχολάω / μελαγχολῶ < μελάγχολος < μέλας + χολή
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μελαγχολώ | μελαγχολείς | μελαγχολεί | μελαγχολούμε | μελαγχολείτε | μελαγχολούν / μελαγχολούνε |
| Παρατατικός | μελαγχολούσα | μελαγχολούσες | μελαγχολούσε | μελαγχολούσαμε | μελαγχολούσατε | μελαγχολούσαν / μελαγχολούσανε |
| Αόριστος | μελαγχόλησα | μελαγχόλησες | μελαγχόλησε | μελαγχολήσαμε | μελαγχολήσατε | μελαγχολήσαν / μελαγχολήσανε / μελαγχόλησαν |
| Μέλλοντας | θα μελαγχολήσω / θα μελαγχολώ | θα μελαγχολήσεις / θα μελαγχολείς | θα μελαγχολήσει / θα μελαγχολεί | θα μελαγχολήσουμε / θα μελαγχολούμε | θα μελαγχολήσετε / θα μελαγχολείτε | θα μελαγχολήσουν / θα μελαγχολήσουνε / θα μελαγχολούν / θα μελαγχολούνε |
| Παρακείμενος | έχω μελαγχολήσει | έχεις μελαγχολήσει | έχει μελαγχολήσει | έχουμε μελαγχολήσει | έχετε μελαγχολήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μελαγχολήσει | είχες μελαγχολήσει | είχε μελαγχολήσει | είχαμε μελαγχολήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μελαγχολήσει / να μελαγχολήσω / να μελαγχολώ | να έχεις μελαγχολήσει / να μελαγχολήσεις / να μελαγχολείς | να έχει μελαγχολήσει / να μελαγχολήσει / να μελαγχολεί | να έχουμε μελαγχολήσει / να μελαγχολήσουμε / να μελαγχολούμε | να έχετε μελαγχολήσει / να μελαγχολήσετε / να μελαγχολείτε | να μελαγχολήσουν / να μελαγχολήσουνε / να μελαγχολούν / να μελαγχολούνε |
| Προστακτική | — | μελαγχόλει / μελαγχόλησε | — | — | μελαγχολήστε / μελαγχολείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →