Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μελαγχολία

/me.laŋ.xoˈli.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ψυχολογίαη κατάσταση αυτού που μελαγχολεί, που θλίβεται και απαισιοδοξεί Βικιλεξικό
    • Μέσα στο κλίμα της ρομαντικής μελαγχολίας, ο ήρωας, ο βυρωνικός, ο στοχαστής, ο ποιητής δεν είχε άλλο τρόπο να αποδείξει το υπαρξιακό βάθος και την αγωνία του, την αισθητική και την ευαισθησία του, παρά μόνο με την «αριστοκρατική» μελαγχολία, την απόσταση από τα εγκόσμια, τη ρομαντική ανία (Μίμης Ανδρουλάκης, Μν, γυναικείο αντιμυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 160)
    • Όταν όμως κυρίευε τη Γιολάντα η μελαγχολία, στις προσωπικές της εξομολογήσεις, το αγοροκόριτσο - πειραχτήρι μεταμορφωνόταν σε ένα μικρό παιδάκι, παρατημένο, ανυπεράσπιστο, ανήμπορο. (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης, Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)
    • Εκλεπτυσμένος σαρκασμός, μελαγχολία και ματαίωση, αισθαντικότητα και ηδονοθηρική διάθεση ζυμώνονται στις φράσεις του αθηναίου συγγραφέα, που ενίοτε υπογράφει και ως Απίκιος (sic: του Αθηναίου με μικρό α) (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 459-461, 2006, σελ. 58)

Ετυμολογία

μελαγχολία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μελαγχολία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμελαγχολίαμελαγχολίες
Γενικήμελαγχολίαςμελαγχολιών
Αιτιατικήμελαγχολίαμελαγχολίες
Κλητικήμελαγχολίαμελαγχολίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →