μεντεσές
•
- εξάρτημα με δύο τρυπημένα επίπεδα που τοποθετούνται το ένα σε πόρτα, πύλη κλπ. και το άλλο στο πλαίσιό της, και που συνδέονται μεταξύ τους ώστε να ανοιγοκλείνει η πόρτα ελεύθερα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεντεσές < (άμεσο δάνειο) τουρκική menteşe < περσική بندگشا (bandguşā).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεντεσές | μεντεσέδες |
| Γενική | μεντεσέ | μεντεσέδων |
| Αιτιατική | μεντεσέ | μεντεσέδες |
| Κλητική | μεντεσέ | μεντεσέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →