Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μερικότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοη ιδιότητα του μερικού, που αποτελεί μέρος ευρύτερου συνόλου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μερικότητα < ήδη το 1761 (→ δείτε μεσαιωνική ελληνική μερικότης). Μορφολογικά αναλύεται σε μερικ(ός) + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμερικότηταμερικότητες
Γενικήμερικότηταςμερικοτήτων
Αιτιατικήμερικότηταμερικότητες
Κλητικήμερικότηταμερικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →