ολικότητα
•
- σπάνιοη ιδιότητα του ολικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολικότητα < ολικ(ός) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ολικότητα | ολικότητες |
| Γενική | ολικότητας | ολικοτήτων |
| Αιτιατική | ολικότητα | ολικότητες |
| Κλητική | ολικότητα | ολικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →