μερισματαπόδειξη
•
- οικονομίααπόδειξη που έχει προσαρτηθεί σε μετοχή ή ομολογία και με την οποία ο κομιστής δικαιούχος μπορεί να εισπράξει μέρισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μερισματαπόδειξη < μέρισμα (μερίσματος) + απόδειξη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μερισματαπόδειξη | μερισματαποδείξεις |
| Γενική | μερισματαπόδειξης | μερισματαποδείξεων |
| Αιτιατική | μερισματαπόδειξη | μερισματαποδείξεις |
| Κλητική | μερισματαπόδειξη | μερισματαποδείξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →