Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετάνθρωπος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οντότητα που προκύπτει από τη ριζική υπέρβαση της σημερινής ανθρώπινης κατάστασης μέσω βιολογικών, τεχνολογικών ή ψηφιακών μετασχηματισμών, με αποτέλεσμα νέες μορφές σωματικότητας, νόησης και ηθικής–κοινωνικής υπόστασης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετάνθρωπος < μετ- + άνθρωπος (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική metahuman)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμετάνθρωποςμετάνθρωποι
Γενικήμετάνθρωπου / μετανθρώπουμετάνθρωπων / μετανθρώπων
Αιτιατικήμετάνθρωπομετάνθρωπους / μετανθρώπους
Κλητικήμετάνθρωπεμετάνθρωποι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →