Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετανθρωπιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον μετανθρωπισμό ή τον μετάνθρωπο ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετανθρωπιστικός < μετάνθρωπος + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετανθρωπιστικόςμετανθρωπιστικήμετανθρωπιστικό
Γενικήμετανθρωπιστικούμετανθρωπιστικήςμετανθρωπιστικού
Αιτιατικήμετανθρωπιστικόμετανθρωπιστικήμετανθρωπιστικό
Κλητικήμετανθρωπιστικέμετανθρωπιστικήμετανθρωπιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετανθρωπιστικοίμετανθρωπιστικέςμετανθρωπιστικά
Γενικήμετανθρωπιστικώνμετανθρωπιστικώνμετανθρωπιστικών
Αιτιατικήμετανθρωπιστικούςμετανθρωπιστικέςμετανθρωπιστικά
Κλητικήμετανθρωπιστικοίμετανθρωπιστικέςμετανθρωπιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →