μετανθρωπιστικός
•
- που έχει σχέση με τον μετανθρωπισμό ή τον μετάνθρωπο ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετανθρωπιστικός < μετάνθρωπος + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετανθρωπιστικός | μετανθρωπιστική | μετανθρωπιστικό |
| Γενική | μετανθρωπιστικού | μετανθρωπιστικής | μετανθρωπιστικού |
| Αιτιατική | μετανθρωπιστικό | μετανθρωπιστική | μετανθρωπιστικό |
| Κλητική | μετανθρωπιστικέ | μετανθρωπιστική | μετανθρωπιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετανθρωπιστικοί | μετανθρωπιστικές | μετανθρωπιστικά |
| Γενική | μετανθρωπιστικών | μετανθρωπιστικών | μετανθρωπιστικών |
| Αιτιατική | μετανθρωπιστικούς | μετανθρωπιστικές | μετανθρωπιστικά |
| Κλητική | μετανθρωπιστικοί | μετανθρωπιστικές | μετανθρωπιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →