μεταβαπτίζω
•
- δίνω καινούργιο όνομα, ξαναβαφτίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταβαπτίζω < μεσαιωνική ελληνική μεταβαπτίζω < αρχαία ελληνική βαπτίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταβαπτίζω | μεταβαπτίζεις | μεταβαπτίζει | μεταβαπτίζουμε | μεταβαπτίζετε | μεταβαπτίζουν / μεταβαπτίζουνε |
| Παρατατικός | μεταβάπτιζα | μεταβάπτιζες | μεταβάπτιζε | μεταβαπτίζαμε | μεταβαπτίζατε | μεταβάπτιζαν / μεταβαπτίζαν / μεταβαπτίζανε |
| Αόριστος | μεταβάπτισα | μεταβάπτισες | μεταβάπτισε | μεταβαπτίσαμε | μεταβαπτίσατε | μεταβάπτισαν / μεταβαπτίσαν / μεταβαπτίσανε |
| Μέλλοντας | θα μεταβαπτίζω / θα μεταβαπτίσω | θα μεταβαπτίζεις / θα μεταβαπτίσεις | θα μεταβαπτίζει / θα μεταβαπτίσει | θα μεταβαπτίζουμε / θα μεταβαπτίσουμε | θα μεταβαπτίζετε / θα μεταβαπτίσετε | θα μεταβαπτίζουν / θα μεταβαπτίζουνε / θα μεταβαπτίσουν / θα μεταβαπτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταβαπτίσει | έχεις μεταβαπτίσει | έχει μεταβαπτίσει | έχουμε μεταβαπτίσει | έχετε μεταβαπτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταβαπτίσει | είχες μεταβαπτίσει | είχε μεταβαπτίσει | είχαμε μεταβαπτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταβαπτίσει / να μεταβαπτίζω / να μεταβαπτίσω | να έχεις μεταβαπτίσει / να μεταβαπτίζεις / να μεταβαπτίσεις | να έχει μεταβαπτίσει / να μεταβαπτίζει / να μεταβαπτίσει | να έχουμε μεταβαπτίσει / να μεταβαπτίζουμε / να μεταβαπτίσουμε | να έχετε μεταβαπτίσει / να μεταβαπτίζετε / να μεταβαπτίσετε | να μεταβαπτίζουν / να μεταβαπτίζουνε / να μεταβαπτίσουν / να μεταβαπτίσουνε |
| Προστακτική | — | μεταβάπτιζε / μεταβάπτισε | — | — | μεταβαπτίζετε / μεταβαπτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →