Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταβολίζω

ρήμα
•
  1. βιολογίαδιενεργώ μεταβολισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταβολίζω < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική metabolize < αρχαία ελληνική μεταβάλλω < μετά + βάλλω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμεταβολίζωμεταβολίζειςμεταβολίζειμεταβολίζουμεμεταβολίζετεμεταβολίζουν / μεταβολίζουνε
Παρατατικόςμεταβόλιζαμεταβόλιζεςμεταβόλιζεμεταβολίζαμεμεταβολίζατεμεταβολίζαν / μεταβολίζανε / μεταβόλιζαν
Αόριστοςμεταβόλισαμεταβόλισεςμεταβόλισεμεταβολίσαμεμεταβολίσατεμεταβολίσαν / μεταβολίσανε / μεταβόλισαν
Μέλλονταςθα μεταβολίζω / θα μεταβολίσωθα μεταβολίζεις / θα μεταβολίσειςθα μεταβολίζει / θα μεταβολίσειθα μεταβολίζουμε / θα μεταβολίσουμεθα μεταβολίζετε / θα μεταβολίσετεθα μεταβολίζουν / θα μεταβολίζουνε / θα μεταβολίσουν / θα μεταβολίσουνε
Παρακείμενοςέχω μεταβολίσειέχεις μεταβολίσειέχει μεταβολίσειέχουμε μεταβολίσειέχετε μεταβολίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μεταβολίσειείχες μεταβολίσειείχε μεταβολίσειείχαμε μεταβολίσει——
Υποτακτικήνα έχω μεταβολίσει / να μεταβολίζω / να μεταβολίσωνα έχεις μεταβολίσει / να μεταβολίζεις / να μεταβολίσειςνα έχει μεταβολίσει / να μεταβολίζει / να μεταβολίσεινα έχουμε μεταβολίσει / να μεταβολίζουμε / να μεταβολίσουμενα έχετε μεταβολίσει / να μεταβολίζετε / να μεταβολίσετενα μεταβολίζουν / να μεταβολίζουνε / να μεταβολίσουν / να μεταβολίσουνε
Προστακτική—μεταβόλιζε / μεταβόλισε——μεταβολίζετε / μεταβολίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →