Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταβολισμός

/me.ta.vo.liˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. βιολογίατο σύνολο των βιοχημικών αντιδράσεων που πραγματοποιούνται στα κύτταρα των ζωντανών οργανισμών Βικιλεξικό
    • παιδιά με παχύσαρκους γονείς μπορεί να κληρονομήσουν την προδιάθεση για υπερβαρότητα μέσω γονιδίων που επηρεάζουν τον μεταβολισμό και την αποθήκευση λίπους (Σταύρος Θεοδωράκης, Άρης Βουρβούλιας, 14 σκιές και αλήθειες της Ελλάδας, 2025, σελ. 1862)

Ετυμολογία

μεταβολισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική métabolisme < αρχαία ελληνική μεταβάλλω < μετά + βάλλω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεταβολισμόςμεταβολισμοί
Γενικήμεταβολισμούμεταβολισμών
Αιτιατικήμεταβολισμόμεταβολισμούς
Κλητικήμεταβολισμέμεταβολισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →