μεταγράφω
•
- αποδίδω γραπτά ένα κείμενο ή μια λέξη με άλλο σύστημα γραφής ή αλφάβητο Βικιλεξικό
- εγγράφω κάποιον σε άλλο σύλλογο ή ομάδα, διαφορετικά απ’ αυτά που ήταν μέχρι τώρα Βικιλεξικό
- νομικός όροςκαταχωρίζω σε ειδικό βιβλίο του υποθηκοφυλακείου επελθούσα αλλαγή της κυριότητας ακινήτου κτήματος Βικιλεξικό
- καταχρηστικάμετεγγράφω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταγράφω < αρχαία ελληνική μεταγράφω < μετά + γράφω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική transcrire)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταγράφω | μεταγράφεις | μεταγράφει | μεταγράφουμε | μεταγράφετε | μεταγράφουν / μεταγράφουνε |
| Παρατατικός | μετέγραφα | μετέγραφες | μετέγραφε | μεταγράφαμε | μεταγράφατε | μετέγραφαν / μεταγράφαν / μεταγράφανε |
| Αόριστος | μετέγραψα | μετέγραψες | μετέγραψε | μεταγράψαμε | μεταγράψατε | μετέγραψαν / μεταγράψαν / μεταγράψανε |
| Μέλλοντας | θα μεταγράφω / θα μεταγράψω | θα μεταγράφεις / θα μεταγράψεις | θα μεταγράφει / θα μεταγράψει | θα μεταγράφουμε / θα μεταγράψουμε | θα μεταγράφετε / θα μεταγράψετε | θα μεταγράφουν / θα μεταγράφουνε / θα μεταγράψουν / θα μεταγράψουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταγράψει | έχεις μεταγράψει | έχει μεταγράψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταγράψει | είχες μεταγράψει | είχε μεταγράψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταγράψει / να μεταγράφω / να μεταγράψω | να έχεις μεταγράψει / να μεταγράφεις / να μεταγράψεις | να έχει μεταγράψει / να μεταγράφει / να μεταγράψει | να μεταγράφουμε / να μεταγράψουμε | να μεταγράφετε / να μεταγράψετε | να μεταγράφουν / να μεταγράφουνε / να μεταγράψουν / να μεταγράψουνε |
| Προστακτική | — | έχε μεταγραμμένο / μετάγραφε / μετάγραψε | — | — | μεταγράφετε / μεταγράψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →