Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταγραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με μεταγραφή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταγραφικός < μεταγραφή + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταγραφικόςμεταγραφικήμεταγραφικό
Γενικήμεταγραφικούμεταγραφικήςμεταγραφικού
Αιτιατικήμεταγραφικόμεταγραφικήμεταγραφικό
Κλητικήμεταγραφικέμεταγραφικήμεταγραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταγραφικοίμεταγραφικέςμεταγραφικά
Γενικήμεταγραφικώνμεταγραφικώνμεταγραφικών
Αιτιατικήμεταγραφικούςμεταγραφικέςμεταγραφικά
Κλητικήμεταγραφικοίμεταγραφικέςμεταγραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →