μεταγραφικός
•
- που έχει σχέση με μεταγραφή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταγραφικός < μεταγραφή + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταγραφικός | μεταγραφική | μεταγραφικό |
| Γενική | μεταγραφικού | μεταγραφικής | μεταγραφικού |
| Αιτιατική | μεταγραφικό | μεταγραφική | μεταγραφικό |
| Κλητική | μεταγραφικέ | μεταγραφική | μεταγραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταγραφικοί | μεταγραφικές | μεταγραφικά |
| Γενική | μεταγραφικών | μεταγραφικών | μεταγραφικών |
| Αιτιατική | μεταγραφικούς | μεταγραφικές | μεταγραφικά |
| Κλητική | μεταγραφικοί | μεταγραφικές | μεταγραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →