Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταγραμματίζω

/me.ta.ɣɾa.maˈti.zo/ρήμα
•
  1. αλλάζω τη σειρά των γραμμάτων μέσα σε μία λέξη Βικιλεξικό
  2. σύγχρονη σημασίααντικαθιστώ κάθε γράμμα μίας λέξης με χαρακτήρες από διαφορετικό σύστημα γραφής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταγραμματίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεταγραμματίζω. Η διευρυμένη σημασία, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική transliterate. Μορφολογικά, μετα- + γραμματ- (γράμμα) + -ίζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμεταγραμματίζωμεταγραμματίζειςμεταγραμματίζειμεταγραμματίζουμεμεταγραμματίζετεμεταγραμματίζουν / μεταγραμματίζουνε
Παρατατικόςμεταγραμμάτιζαμεταγραμμάτιζεςμεταγραμμάτιζεμεταγραμματίζαμεμεταγραμματίζατεμεταγραμμάτιζαν / μεταγραμματίζαν / μεταγραμματίζανε
Αόριστοςμεταγραμμάτισαμεταγραμμάτισεςμεταγραμμάτισεμεταγραμματίσαμεμεταγραμματίσατεμεταγραμμάτισαν / μεταγραμματίσαν / μεταγραμματίσανε
Μέλλονταςθα μεταγραμματίζω / θα μεταγραμματίσωθα μεταγραμματίζεις / θα μεταγραμματίσειςθα μεταγραμματίζει / θα μεταγραμματίσειθα μεταγραμματίζουμε / θα μεταγραμματίσουμεθα μεταγραμματίζετε / θα μεταγραμματίσετεθα μεταγραμματίζουν / θα μεταγραμματίζουνε / θα μεταγραμματίσουν / θα μεταγραμματίσουνε
Παρακείμενοςέχω μεταγραμματίσειέχεις μεταγραμματίσειέχει μεταγραμματίσει———
Υπερσυντέλικοςείχα μεταγραμματίσειείχες μεταγραμματίσειείχε μεταγραμματίσει———
Υποτακτικήνα έχω μεταγραμματίσει / να μεταγραμματίζω / να μεταγραμματίσωνα έχεις μεταγραμματίσει / να μεταγραμματίζεις / να μεταγραμματίσειςνα έχει μεταγραμματίσει / να μεταγραμματίζει / να μεταγραμματίσεινα μεταγραμματίζουμε / να μεταγραμματίσουμενα μεταγραμματίζετε / να μεταγραμματίσετενα μεταγραμματίζουν / να μεταγραμματίζουνε / να μεταγραμματίσουν / να μεταγραμματίσουνε
Προστακτική—έχε μεταγραμματισμένο / μεταγραμμάτιζε / μεταγραμμάτισε——μεταγραμματίζετε / μεταγραμματίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

μεταγραμματίστηκαμεταγραμματίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →