μεταδευτεροβάθμιος
•
- που βρίσκεται, γίνεται ή συμβαίνει μετά από τη δευτεροβάθμια βαθμίδα Βικιλεξικό
- μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση
Ετυμολογία
μεταδευτεροβάθμιος < μετα- + δευτεροβάθμιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταδευτεροβάθμιος | μεταδευτεροβάθμια | μεταδευτεροβάθμιο |
| Γενική | μεταδευτεροβάθμιου | μεταδευτεροβάθμιας | μεταδευτεροβάθμιου |
| Αιτιατική | μεταδευτεροβάθμιο | μεταδευτεροβάθμια | μεταδευτεροβάθμιο |
| Κλητική | μεταδευτεροβάθμιε | μεταδευτεροβάθμια | μεταδευτεροβάθμιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταδευτεροβάθμιοι | μεταδευτεροβάθμιες | μεταδευτεροβάθμια |
| Γενική | μεταδευτεροβάθμιων | μεταδευτεροβάθμιων | μεταδευτεροβάθμιων |
| Αιτιατική | μεταδευτεροβάθμιους | μεταδευτεροβάθμιες | μεταδευτεροβάθμια |
| Κλητική | μεταδευτεροβάθμιοι | μεταδευτεροβάθμιες | μεταδευτεροβάθμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →