μεταλαβαίνω
•
- χριστιανισμόςπαίρνω τη Θεία Κοινωνία Βικιλεξικό
- χριστιανισμόςδίνω τη Θεία Κοινωνία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταλαβαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μεταλαβαίνω < αρχαία ελληνική μεταλαμβάνω < μετά + λαμβάνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →