μετανιώνω
•
- συνειδητοποιώ με συντριβή τα λάθη μου και τις υπαρκτές ή πιθανές επιπτώσεις τους, μετανοώ Βικιλεξικό
- Θα σε κάνω να μετανιώσεις για αυτά που είπες.
- αλλάζω γνώμη Βικιλεξικό
- Πήγε να ανάψει ένα τσιγάρο αλλά το μετάνιωσε αμέσως.
Ετυμολογία
μετανιώνω < μεσαιωνική ελληνική μετανιώνω < μεταγνώνω / μεταγνώθω < αρχαία ελληνική μεταγιγνώσκω / μεταγινώσκω < γιγνώσκω / γινώσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵiǵneh₃- < *ǵneh₃- (γιγνώσκω, γνωρίζω) : Κατ' άλλη άποψη: < μετάνοι(α) + -ώνω με ορθογραφική απλοποίηση
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μετανιώνω | μετανιώνεις | μετανιώνει | μετανιώνουμε | μετανιώνετε | μετανιώνουν / μετανιώνουνε |
| Παρατατικός | μετάνιωνα | μετάνιωνες | μετάνιωνε | μετανιώναμε | μετανιώνατε | μετάνιωναν / μετανιώναν / μετανιώνανε |
| Αόριστος | μετάνιωσα | μετάνιωσες | μετάνιωσε | μετανιώσαμε | μετανιώσατε | μετάνιωσαν / μετανιώσαν / μετανιώσανε |
| Μέλλοντας | θα μετανιώνω / θα μετανιώσω | θα μετανιώνεις / θα μετανιώσεις | θα μετανιώνει / θα μετανιώσει | θα μετανιώνουμε / θα μετανιώσουμε | θα μετανιώνετε / θα μετανιώσετε | θα μετανιώνουν / θα μετανιώνουνε / θα μετανιώσουν / θα μετανιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μετανιώσει | έχεις μετανιώσει | έχει μετανιώσει | έχουμε μετανιώσει | έχετε μετανιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μετανιώσει | είχες μετανιώσει | είχε μετανιώσει | είχαμε μετανιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μετανιώσει / να μετανιώνω / να μετανιώσω | να έχεις μετανιώσει / να μετανιώνεις / να μετανιώσεις | να έχει μετανιώσει / να μετανιώνει / να μετανιώσει | να έχουμε μετανιώσει / να μετανιώνουμε / να μετανιώσουμε | να έχετε μετανιώσει / να μετανιώνετε / να μετανιώσετε | να μετανιώνουν / να μετανιώνουνε / να μετανιώσουν / να μετανιώσουνε |
| Προστακτική | — | μετάνιωνε / μετάνιωσε | — | — | μετανιώνετε / μετανιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →