μεταξοτυπία
•
- τυπογραφίασύστημα εκτύπωσης κατά το οποίο χρησιμοποιείται τεντωμένο μεταξωτό (ή κι από άλλο υλικό) ύφασμα ως μήτρα Βικιλεξικό
- τυπογραφίατο αποτέλεσμα της ως άνω εκτύπωσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταξοτυπία < μετάξι + -ο- + τύπος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταξοτυπία | μεταξοτυπίες |
| Γενική | μεταξοτυπίας | μεταξοτυπιών |
| Αιτιατική | μεταξοτυπία | μεταξοτυπίες |
| Κλητική | μεταξοτυπία | μεταξοτυπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →