μεταπλάθω
•
- μεταβατικόδημιουργώ εκ νέου κάτι μεταβάλλοντας την μορφή ή την σύστασή του Βικιλεξικό
- Τὴν σήμερον δὲν ὑπάρχει, ὑποθέτω Ἕλλην ὁ μὴ ὁμολογὼν ὅτι ὁ Φίλιππος τῆς Μακεδονίας παρεσκεύασεν, ὁ δὲ υἱὸς αὐτοῦ Ἀλέξανδρος ἐξετέλεσε, καὶ οἱ Διάδοχοι καὶ Ἐπίγονοι αὐτῶν συνεπλήρωσαν ἔργον δι' οὗ ὁ ἀρχαῖος Ἑλληνισμός, ὅστις ἔπνεε τὰ λοίσθια ἔν τε τῇ μητροπόλει αὐτοῦ καὶ ἐν ταῖς ἀποικίαις, μετεπλάσθη πρὸς ἐπιτέλεσιν νέας ἱστορικῆς ἐντολῆς.
- Οἱ δὲ πανταχοῦ συμβολικὰς ἑρμηνείας ἐπιζητοῦντες, βλέπουσιν ἐν τῷ Τροφωνίῳ προσωποποίησιν τῆς δυνάμεως τῆς ἐκ τῶν ἐγκάτων τῆς γῆς τοὺς τρέφοντας αὐτῆς θησαυροὺς παραγούσης, καὶ ὃτε αὐτὸς, μετεπλάσθη εἰς ἥρωα καὶ κλέπτην, τότε λέγουσιν ὃτι τῷ ἐδόθη βοηθὸς ὁ Ἀγαμήδης, ἤτοι ὁ ἄγαν ἔμφρων!
- Στα «Πορτρέτα» το παρελθόν διαπλέκεται με το παρόν, πελεκημένο μέσα από την επιμονή της μνήμης να αναπλάθει και να μεταπλάθει τις εικόνες της στο πέρασμα του χρόνου.
- Η ασθένεια σχεδιάζει πάνω στα σώματα μας, εκείνα που δεν θελήσαμε ποτέ να δούμε, και μας φωνάζει «κοίταξε», «δες» καταρρέεις και χάνεσαι, άλλαξε, μεταπλάσου, μεταμορφώσου, μετανόησε.
Ετυμολογία
μεταπλάθω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μεταπλάσσω < μετα- + πλάσσω, με μεταπλασμό κατά το πλάσσω > πλάθω. Συγχρονικά αναλύεται σε μετα- + πλάθω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταπλάθω | μεταπλάθεις | μεταπλάθει | μεταπλάθουμε | μεταπλάθετε | μεταπλάθουν / μεταπλάθουνε |
| Παρατατικός | μετέπλαθα | μετέπλαθες | μετέπλαθε | μεταπλάθαμε | μεταπλάθατε | μετέπλαθαν / μεταπλάθαν / μεταπλάθανε |
| Αόριστος | μετέπλασα | μετέπλασες | μετέπλασε | μεταπλάσαμε | μεταπλάσατε | μετέπλασαν / μεταπλάσαν / μεταπλάσανε |
| Μέλλοντας | θα μεταπλάθω / θα μεταπλάσω | θα μεταπλάθεις / θα μεταπλάσεις | θα μεταπλάθει / θα μεταπλάσει / θα μεταπλαστεί | θα μεταπλάθουμε / θα μεταπλάσουμε | θα μεταπλάθετε / θα μεταπλάσετε | θα μεταπλάθουν / θα μεταπλάθουνε / θα μεταπλάσουν / θα μεταπλάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταπλάσει | έχεις μεταπλάσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταπλάσει | είχες μεταπλάσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταπλάσει / να μεταπλάθω / να μεταπλάσω | να έχεις μεταπλάσει / να μεταπλάθεις / να μεταπλάσεις | να μεταπλάθει / να μεταπλάσει / να μεταπλαστεί | να μεταπλάθουμε / να μεταπλάσουμε | να μεταπλάθετε / να μεταπλάσετε | να μεταπλάθουν / να μεταπλάθουνε / να μεταπλάσουν / να μεταπλάσουνε |
| Προστακτική | — | μεταπλάθε / μεταπλάσε | — | — | μεταπλάθετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μεταπλάστηκαμεταπλάθομαιμεταπλάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →