Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταπλασμός

/me.ta.plaˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γλωσσολογίαη μεταβολή της μορφολογίας μιας λέξης για την προσαρμογή της σε άλλη κλίση Βικιλεξικό
    • 2001 Γ. Παπαναστασίου, «Μορφολογία: Από την κλασική ελληνική στην κοινή.»
    • 2011 Κωστής Ηλ. Παπαδάκης, «Τοπωνυμικό της Επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου, Τόμος Ε΄, σελ. 142», Ρέθυμνο 2011
    • 2024 «Το τοπωνύμιο Χανιά, Π78 - Πολιτισμός- Κρητικά Χρονικά, Τόμος Β'», 16. 10. 2024, Πdata.apdkritis.gov.gr, πρόσβαση: 7. 9. 2025
    • ≤ συνυπώνυμα: αναλογία
  2. λογοτεχνίαη αυθαίρετη μεταβολή της μορφολογίας μιας λέξης από έναν συγγραφέα για την προσαρμογή της σε κάποιο κείμενο Βικιλεξικό
    • 1893 ⌘ Ἐμμανουὴλ Ῥοΐδης, Τὰ εἴδωλα, Γλωσσικὴ Μελέτη, εκδ. Εστία, 1893, σελ. 224-225
  3. μεταφορικάαυθαίρετη μεταβολή χαρακτήρα, αυθαιρεσία Βικιλεξικό
    • 1902 ⌘ Γιάννης Ψυχάρης, Ρόδα και μήλα, εκδ. Βιβλιοπωλείου της Εστίας, 1902
  4. σπάνιομετάπλαση Βικιλεξικό
    • 1902 ⌘ Γιάννης Ψυχάρης, Ρόδα και μήλα, εκδ. Βιβλιοπωλείου της Εστίας, 1902

Ετυμολογία

μεταπλασμός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική < ελληνιστική κοινή μεταπλασμός (μεταμόρφωση, αλλοίωση και σχηματισμός πτώσεων ή χρόνων κατά ομαλότερο τύπο) < αρχαία ελληνική μεταπλάσσω. Μορφολογικά αναλύεται σε μετα- + πλασ- + -μός. : Κατά το ΛΚΝ, σημασιολογικό δάνειο από τη νεολατινική metaplasmus (στη νέα σημασία) < λατινική metaplasmus < ελληνιστική κοινή μεταπλασμός. : Κατά το Χρηστικό Λεξικό, σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική metaplasm.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεταπλασμόςμεταπλασμοί
Γενικήμεταπλασμούμεταπλασμών
Αιτιατικήμεταπλασμόμεταπλασμούς
Κλητικήμεταπλασμέμεταπλασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →