Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετάπλαση

/meˈta.pla.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεταπλάθω ή μεταπλάσσω Βικιλεξικό
  2. εκ νέου δημιουργία με μεταβολή μορφής, σύνθεσης ή σύστασης Βικιλεξικό
    • Η πιο πρόσφατη μετάπλαση της πλατείας έγινε το 2020.
  3. γλωσσολογίαη μεταβολή του μέρους λόγου μιας λέξης σε άλλο, χωρίς να μεταβληθούν τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του Βικιλεξικό
    • Κατά τη μετάπλαση το σύνθετο παίρνει τη μορφή επιθέτου που συνδέεται στενότερα με το ουσιαστικό του β΄ συνθετικού.
  4. ιατρικήσυνώνυμο του μεταπλασία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετάπλαση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μετάπλα(σις) + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε μετά- + πλασ- (πλάθω) + -η (πλάση)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμετάπλασημεταπλάσεις
Γενικήμετάπλασηςμεταπλάσεων
Αιτιατικήμετάπλασημεταπλάσεις
Κλητικήμετάπλασημεταπλάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →