μετάπλαση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεταπλάθω ή μεταπλάσσω Βικιλεξικό
- εκ νέου δημιουργία με μεταβολή μορφής, σύνθεσης ή σύστασης Βικιλεξικό
- Η πιο πρόσφατη μετάπλαση της πλατείας έγινε το 2020.
- γλωσσολογίαη μεταβολή του μέρους λόγου μιας λέξης σε άλλο, χωρίς να μεταβληθούν τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του Βικιλεξικό
- Κατά τη μετάπλαση το σύνθετο παίρνει τη μορφή επιθέτου που συνδέεται στενότερα με το ουσιαστικό του β΄ συνθετικού.
- ιατρικήσυνώνυμο του μεταπλασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετάπλαση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μετάπλα(σις) + -ση. Συγχρονικά αναλύεται σε μετά- + πλασ- (πλάθω) + -η (πλάση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετάπλαση | μεταπλάσεις |
| Γενική | μετάπλασης | μεταπλάσεων |
| Αιτιατική | μετάπλαση | μεταπλάσεις |
| Κλητική | μετάπλαση | μεταπλάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →