Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταπλαστικός

/me.ta.pla.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προκαλεί μετάπλαση, μεταπλασμό Βικιλεξικό
  2. που έχει δημιουργηθεί από μεταπλασμό Βικιλεξικό
    • (γραμματική) το ελληνιστικό «δίλημμα» είναι μεταπλαστικός τύπος του ουδέτρου του επιθέτου «διλήμματος»
    • (ιατρική) μεταπλαστικός καρκίνος

Ετυμολογία

μεταπλαστικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεταπλαστικός. Μορφολογικά αναλύεται σε (μεταπλάθω, μετάπλαση) μεταπλασ- + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταπλαστικόςμεταπλαστικήμεταπλαστικό
Γενικήμεταπλαστικούμεταπλαστικήςμεταπλαστικού
Αιτιατικήμεταπλαστικόμεταπλαστικήμεταπλαστικό
Κλητικήμεταπλαστικέμεταπλαστικήμεταπλαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταπλαστικοίμεταπλαστικέςμεταπλαστικά
Γενικήμεταπλαστικώνμεταπλαστικώνμεταπλαστικών
Αιτιατικήμεταπλαστικούςμεταπλαστικέςμεταπλαστικά
Κλητικήμεταπλαστικοίμεταπλαστικέςμεταπλαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →