μεταπλαστικός
•
- που προκαλεί μετάπλαση, μεταπλασμό Βικιλεξικό
- που έχει δημιουργηθεί από μεταπλασμό Βικιλεξικό
- (γραμματική) το ελληνιστικό «δίλημμα» είναι μεταπλαστικός τύπος του ουδέτρου του επιθέτου «διλήμματος»
- (ιατρική) μεταπλαστικός καρκίνος
Ετυμολογία
μεταπλαστικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεταπλαστικός. Μορφολογικά αναλύεται σε (μεταπλάθω, μετάπλαση) μεταπλασ- + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταπλαστικός | μεταπλαστική | μεταπλαστικό |
| Γενική | μεταπλαστικού | μεταπλαστικής | μεταπλαστικού |
| Αιτιατική | μεταπλαστικό | μεταπλαστική | μεταπλαστικό |
| Κλητική | μεταπλαστικέ | μεταπλαστική | μεταπλαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταπλαστικοί | μεταπλαστικές | μεταπλαστικά |
| Γενική | μεταπλαστικών | μεταπλαστικών | μεταπλαστικών |
| Αιτιατική | μεταπλαστικούς | μεταπλαστικές | μεταπλαστικά |
| Κλητική | μεταπλαστικοί | μεταπλαστικές | μεταπλαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →