Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταπολιτικός

/me.ta.po.li.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. πολιτικήπου έχει σχέση με τη μεταπολιτική ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένομεταπολιτική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταπολιτικός < μεταπολιτική + -ός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταπολιτικόςμεταπολιτικήμεταπολιτικό
Γενικήμεταπολιτικούμεταπολιτικήςμεταπολιτικού
Αιτιατικήμεταπολιτικόμεταπολιτικήμεταπολιτικό
Κλητικήμεταπολιτικέμεταπολιτικήμεταπολιτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεταπολιτικοίμεταπολιτικέςμεταπολιτικά
Γενικήμεταπολιτικώνμεταπολιτικώνμεταπολιτικών
Αιτιατικήμεταπολιτικούςμεταπολιτικέςμεταπολιτικά
Κλητικήμεταπολιτικοίμεταπολιτικέςμεταπολιτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →