μετασκευάζω
•
- μεταβάλλω τη μορφή ή την κατασκευή κάποιου πράγματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετασκευάζω < αρχαία ελληνική μετασκευάζω < μετά + σκευάζω < σκευή
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μετασκευάζω | μετασκευάζεις | μετασκευάζει | μετασκευάζουμε | μετασκευάζετε | μετασκευάζουν / μετασκευάζουνε |
| Παρατατικός | μετασκεύαζα | μετασκεύαζες | μετασκεύαζε | μετασκευάζαμε | μετασκευάζατε | μετασκευάζαν / μετασκευάζανε / μετασκεύαζαν |
| Αόριστος | μετασκεύασα | μετασκεύασες | μετασκεύασε | μετασκευάσαμε | μετασκευάσατε | μετασκευάσαν / μετασκευάσανε / μετασκεύασαν |
| Μέλλοντας | θα μετασκευάζω / θα μετασκευάσω | θα μετασκευάζεις / θα μετασκευάσεις | θα μετασκευάζει / θα μετασκευάσει | θα μετασκευάζουμε / θα μετασκευάσουμε | θα μετασκευάζετε / θα μετασκευάσετε | θα μετασκευάζουν / θα μετασκευάζουνε / θα μετασκευάσουν / θα μετασκευάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μετασκευάσει | έχεις μετασκευάσει | έχει μετασκευάσει | έχουμε μετασκευάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μετασκευάσει | είχες μετασκευάσει | είχε μετασκευάσει | είχαμε μετασκευάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μετασκευάσει / να μετασκευάζω / να μετασκευάσω | να έχεις μετασκευάσει / να μετασκευάζεις / να μετασκευάσεις | να έχει μετασκευάσει / να μετασκευάζει / να μετασκευάσει | να έχουμε μετασκευάσει / να μετασκευάζουμε / να μετασκευάσουμε | να μετασκευάζετε / να μετασκευάσετε | να μετασκευάζουν / να μετασκευάζουνε / να μετασκευάσουν / να μετασκευάσουνε |
| Προστακτική | — | μετασκεύαζε / μετασκεύασε | — | — | μετασκευάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μετασκευάζομαιμετασκευάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →