Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετασκευάζω

/me.ta.skeˈva.zo/ρήμα
•
  1. μεταβάλλω τη μορφή ή την κατασκευή κάποιου πράγματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετασκευάζω < αρχαία ελληνική μετασκευάζω < μετά + σκευάζω < σκευή

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμετασκευάζωμετασκευάζειςμετασκευάζειμετασκευάζουμεμετασκευάζετεμετασκευάζουν / μετασκευάζουνε
Παρατατικόςμετασκεύαζαμετασκεύαζεςμετασκεύαζεμετασκευάζαμεμετασκευάζατεμετασκευάζαν / μετασκευάζανε / μετασκεύαζαν
Αόριστοςμετασκεύασαμετασκεύασεςμετασκεύασεμετασκευάσαμεμετασκευάσατεμετασκευάσαν / μετασκευάσανε / μετασκεύασαν
Μέλλονταςθα μετασκευάζω / θα μετασκευάσωθα μετασκευάζεις / θα μετασκευάσειςθα μετασκευάζει / θα μετασκευάσειθα μετασκευάζουμε / θα μετασκευάσουμεθα μετασκευάζετε / θα μετασκευάσετεθα μετασκευάζουν / θα μετασκευάζουνε / θα μετασκευάσουν / θα μετασκευάσουνε
Παρακείμενοςέχω μετασκευάσειέχεις μετασκευάσειέχει μετασκευάσειέχουμε μετασκευάσει——
Υπερσυντέλικοςείχα μετασκευάσειείχες μετασκευάσειείχε μετασκευάσειείχαμε μετασκευάσει——
Υποτακτικήνα έχω μετασκευάσει / να μετασκευάζω / να μετασκευάσωνα έχεις μετασκευάσει / να μετασκευάζεις / να μετασκευάσειςνα έχει μετασκευάσει / να μετασκευάζει / να μετασκευάσεινα έχουμε μετασκευάσει / να μετασκευάζουμε / να μετασκευάσουμενα μετασκευάζετε / να μετασκευάσετενα μετασκευάζουν / να μετασκευάζουνε / να μετασκευάσουν / να μετασκευάσουνε
Προστακτική—μετασκεύαζε / μετασκεύασε——μετασκευάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

μετασκευάζομαιμετασκευάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →