μετατάσσω
•
- μεταβάλλω / αλλάζω την τάξη, τη σειρά, η επανατακτοποιώ, αλλάζω ταξινόμηση βάσει άλλου κριτηρίου Βικιλεξικό
- μετακινώ υπάλληλο σε άλλη υπηρεσία απ’ αυτήν που υπηρετεί Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςμεταφέρω αξιωματικό ή υπαξιωματικό σε άλλη υπηρεσία, όπλο ή σώμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετατάσσω < αρχαία ελληνική μετατάσσω < μετά + τάσσω / τάττω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική déplacer ή (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική versetzen)
Άλλοι τύποι
μετατάσσομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →