Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετάταξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μετατάσσω Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μετατάσσω Βικιλεξικό
    • Ενα σχολείο με Ρομά, με μετανάστες, με ευάλωτους πληθυσμούς παραδίδει μαθήματα ένταξης, συμπερίληψης και δημοκρατίας.... Και το σχολείο που για άλλους ήταν αιτία να ζητήσουν μετάταξη, για εκείνον είναι ένα κήπος συνύπαρξης παιδιών και διαρκούς μαθήματος ανεκτικότητας, συμπερίληψης και διαπολιτισμού. («Μέλημά μου όσοι είναι στη σκιά, στα πίσω θρανία, στο περιθώριο», ΤΑ ΝΕΑ, 2024/03/04, https://www.tanea.gr/print/2024/03/04/interviews/melima-mou-osoi-einai-crsti-skia-sta-piso-thrania-sto-perithorio/)
  3. ειδικότεραη ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μετατάσσω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετάταξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μετάταξις < αρχαία ελληνική μετατάσσω < μετά + τάσσω. Συγχρονικά αναλύεται σε μετά- + τάξη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμετάταξημετατάξεις
Γενικήμετάταξηςμετατάξεων
Αιτιατικήμετάταξημετατάξεις
Κλητικήμετάταξημετατάξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →