μεταφυτεύω
•
- βοτανικήβγάζω ένα φυτό, μαζί με το ρίζωμά του, από τη θέση που βρίσκεται και το τοποθετώ, το φυτεύω, σε άλλη θέση ή γλάστρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιαδίδω, και πετυχαίνω να επιβιώσουν, ιδέες, ήθη ή έθιμα από άλλο τόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταφυτεύω < ελληνιστική κοινή μεταφυτεύω < μετά + αρχαία ελληνική φυτεύω < φυτόν
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταφυτεύω | μεταφυτεύεις | μεταφυτεύει | μεταφυτεύουμε | μεταφυτεύετε | μεταφυτεύουν / μεταφυτεύουνε |
| Παρατατικός | μεταφύτευα | μεταφύτευες | μεταφύτευε | μεταφυτεύαμε | μεταφυτεύατε | μεταφυτεύαν / μεταφυτεύανε / μεταφύτευαν |
| Αόριστος | μεταφύτεψα | μεταφύτεψες | μεταφύτεψε | μεταφυτέψαμε | μεταφυτέψατε | μεταφυτέψαν / μεταφυτέψανε / μεταφύτεψαν |
| Μέλλοντας | θα μεταφυτέψω / θα μεταφυτεύω | θα μεταφυτέψεις / θα μεταφυτεύεις | θα μεταφυτέψει / θα μεταφυτεύει | θα μεταφυτέψουμε / θα μεταφυτεύουμε | θα μεταφυτέψετε / θα μεταφυτεύετε | θα μεταφυτέψουν / θα μεταφυτέψουνε / θα μεταφυτεύουν / θα μεταφυτεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταφυτέψει | έχεις μεταφυτέψει | έχει μεταφυτέψει | έχουμε μεταφυτέψει | έχετε μεταφυτέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταφυτέψει | είχες μεταφυτέψει | είχε μεταφυτέψει | είχαμε μεταφυτέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταφυτέψει / να μεταφυτέψω / να μεταφυτεύω | να έχεις μεταφυτέψει / να μεταφυτέψεις / να μεταφυτεύεις | να έχει μεταφυτέψει / να μεταφυτέψει / να μεταφυτεύει | να έχουμε μεταφυτέψει / να μεταφυτέψουμε / να μεταφυτεύουμε | να έχετε μεταφυτέψει / να μεταφυτέψετε / να μεταφυτεύετε | να μεταφυτέψουν / να μεταφυτέψουνε / να μεταφυτεύουν / να μεταφυτεύουνε |
| Προστακτική | — | μεταφύτευε / μεταφύτεψε | — | — | μεταφυτέψτε / μεταφυτεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →