Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταχρονολογώ

/me.ta.xɾo.no.loˈɣo/ρήμα
•
  1. αναγράφω χρονολογία μεταγενέστερη από την πραγματική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταχρονολογώ < μετα- + χρονολογώ ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική postdate ή τη γαλλική postdater)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμεταχρονολογώμεταχρονολογείςμεταχρονολογείμεταχρονολογούμεμεταχρονολογείτεμεταχρονολογούν / μεταχρονολογούνε
Παρατατικόςμεταχρονολογούσαμεταχρονολογούσεςμεταχρονολογούσεμεταχρονολογούσαμεμεταχρονολογούσατεμεταχρονολογούσαν / μεταχρονολογούσανε
Αόριστοςμεταχρονολόγησαμεταχρονολόγησεςμεταχρονολόγησεμεταχρονολογήσαμεμεταχρονολογήσατεμεταχρονολογήσαν / μεταχρονολογήσανε / μεταχρονολόγησαν
Μέλλονταςθα μεταχρονολογήσω / θα μεταχρονολογώθα μεταχρονολογήσεις / θα μεταχρονολογείςθα μεταχρονολογήσει / θα μεταχρονολογείθα μεταχρονολογήσουμε / θα μεταχρονολογούμεθα μεταχρονολογήσετε / θα μεταχρονολογείτεθα μεταχρονολογήσουν / θα μεταχρονολογήσουνε / θα μεταχρονολογούν / θα μεταχρονολογούνε
Παρακείμενοςέχω μεταχρονολογήσειέχεις μεταχρονολογήσειέχει μεταχρονολογήσειέχουμε μεταχρονολογήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα μεταχρονολογήσειείχες μεταχρονολογήσειείχε μεταχρονολογήσει———
Υποτακτικήνα έχω μεταχρονολογήσει / να μεταχρονολογήσω / να μεταχρονολογώνα έχεις μεταχρονολογήσει / να μεταχρονολογήσεις / να μεταχρονολογείςνα έχει μεταχρονολογήσει / να μεταχρονολογήσει / να μεταχρονολογείνα έχουμε μεταχρονολογήσει / να μεταχρονολογήσουμε / να μεταχρονολογούμενα μεταχρονολογήσετε / να μεταχρονολογείτενα μεταχρονολογήσουν / να μεταχρονολογήσουνε / να μεταχρονολογούν / να μεταχρονολογούνε
Προστακτική—μεταχρονολόγει / μεταχρονολόγησε——μεταχρονολογήστε / μεταχρονολογείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

μεταχρονολογήθηκαμεταχρονολογούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →