μεταχρονολογώ
•
- αναγράφω χρονολογία μεταγενέστερη από την πραγματική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταχρονολογώ < μετα- + χρονολογώ ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική postdate ή τη γαλλική postdater)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταχρονολογώ | μεταχρονολογείς | μεταχρονολογεί | μεταχρονολογούμε | μεταχρονολογείτε | μεταχρονολογούν / μεταχρονολογούνε |
| Παρατατικός | μεταχρονολογούσα | μεταχρονολογούσες | μεταχρονολογούσε | μεταχρονολογούσαμε | μεταχρονολογούσατε | μεταχρονολογούσαν / μεταχρονολογούσανε |
| Αόριστος | μεταχρονολόγησα | μεταχρονολόγησες | μεταχρονολόγησε | μεταχρονολογήσαμε | μεταχρονολογήσατε | μεταχρονολογήσαν / μεταχρονολογήσανε / μεταχρονολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα μεταχρονολογήσω / θα μεταχρονολογώ | θα μεταχρονολογήσεις / θα μεταχρονολογείς | θα μεταχρονολογήσει / θα μεταχρονολογεί | θα μεταχρονολογήσουμε / θα μεταχρονολογούμε | θα μεταχρονολογήσετε / θα μεταχρονολογείτε | θα μεταχρονολογήσουν / θα μεταχρονολογήσουνε / θα μεταχρονολογούν / θα μεταχρονολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταχρονολογήσει | έχεις μεταχρονολογήσει | έχει μεταχρονολογήσει | έχουμε μεταχρονολογήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταχρονολογήσει | είχες μεταχρονολογήσει | είχε μεταχρονολογήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταχρονολογήσει / να μεταχρονολογήσω / να μεταχρονολογώ | να έχεις μεταχρονολογήσει / να μεταχρονολογήσεις / να μεταχρονολογείς | να έχει μεταχρονολογήσει / να μεταχρονολογήσει / να μεταχρονολογεί | να έχουμε μεταχρονολογήσει / να μεταχρονολογήσουμε / να μεταχρονολογούμε | να μεταχρονολογήσετε / να μεταχρονολογείτε | να μεταχρονολογήσουν / να μεταχρονολογήσουνε / να μεταχρονολογούν / να μεταχρονολογούνε |
| Προστακτική | — | μεταχρονολόγει / μεταχρονολόγησε | — | — | μεταχρονολογήστε / μεταχρονολογείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μεταχρονολογήθηκαμεταχρονολογούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →