μεταχρονολόγηση
•
- λόγιοη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεταχρονολογώ Βικιλεξικό
- Η μεταχρονολόγηση των επιταγών είναι μία συνήθης πρακτική στις εμπορικές συναλλαγές.
Ετυμολογία
μεταχρονολόγηση < μετα- + χρονολόγηση < μεταχρονολογώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταχρονολόγηση | μεταχρονολογήσεις |
| Γενική | μεταχρονολόγησης | μεταχρονολογήσεων |
| Αιτιατική | μεταχρονολόγηση | μεταχρονολογήσεις |
| Κλητική | μεταχρονολόγηση | μεταχρονολογήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →