χρονολογώ
•
- προσδιορίζω τον χρόνο κατά τον οποίο συνέβη ένα γεγονός ή κατασκευάστηκε ένα αντικείμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρονολογώ < χρονολογ(ία) + -ώ (αναδρομικός σχηματισμός). Μορφολογικά αναλύεται σε χρονο- + -λογώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρονολογώ | χρονολογείς | χρονολογεί | χρονολογούμε | χρονολογείτε | χρονολογούν / χρονολογούνε |
| Παρατατικός | χρονολογούσα | χρονολογούσες | χρονολογούσε | χρονολογούσαμε | χρονολογούσατε | χρονολογούσαν / χρονολογούσανε |
| Αόριστος | χρονολόγησα | χρονολόγησες | χρονολόγησε | χρονολογήσαμε | χρονολογήσατε | χρονολογήσαν / χρονολογήσανε / χρονολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα χρονολογήσω / θα χρονολογώ | θα χρονολογήσεις / θα χρονολογείς | θα χρονολογήσει / θα χρονολογεί | θα χρονολογήσουμε / θα χρονολογούμε | θα χρονολογήσετε / θα χρονολογείτε | θα χρονολογήσουν / θα χρονολογήσουνε / θα χρονολογούν / θα χρονολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω χρονολογήσει | έχεις χρονολογήσει | έχει χρονολογήσει | έχουμε χρονολογήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χρονολογήσει | είχες χρονολογήσει | είχε χρονολογήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χρονολογήσει / να χρονολογήσω / να χρονολογώ | να έχεις χρονολογήσει / να χρονολογήσεις / να χρονολογείς | να έχει χρονολογήσει / να χρονολογήσει / να χρονολογεί | να έχουμε χρονολογήσει / να χρονολογήσουμε / να χρονολογούμε | να χρονολογήσετε / να χρονολογείτε | να χρονολογήσουν / να χρονολογήσουνε / να χρονολογούν / να χρονολογούνε |
| Προστακτική | — | έχε χρονολογημένο / χρονολόγησε | — | — | χρονολογήστε / χρονολογείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χρονολογήθηκαχρονολογούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →