μετεξελίσσομαι
•
- αλλάζω, εξελίσσομαι προς μια νέα φάση (συνήθως καλύτερη) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετεξελίσσομαι < (μετα-) μετ- + εξελίσσομαι, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική redevelop
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μετεξελίσσομαι | μετεξελίσσεσαι | μετεξελίσσεται | μετεξελισσόμαστε | μετεξελίσσεστε | μετεξελίσσονται |
| Παρατατικός | μετεξελισσόμουν / μετεξελισσόμουνα | μετεξελισσόσουν / μετεξελισσόσουνα | μετεξελισσόταν / μετεξελισσότανε | μετεξελισσόμασταν / μετεξελισσόμαστε | μετεξελισσόσασταν / μετεξελισσόσαστε | μετεξελίσσονταν / μετεξελισσόντουσαν |
| Αόριστος | μετεξελίχθηκα | μετεξελίχθηκες | μετεξελίχθηκε | μετεξελιχθήκαμε | μετεξελιχθήκατε | μετεξελίχθηκαν / μετεξελιχθήκαν / μετεξελιχθήκανε |
| Μέλλοντας | θα μετεξελίσσομαι / θα μετεξελιχθώ | θα μετεξελίσσεσαι / θα μετεξελιχθείς | θα μετεξελίσσεται / θα μετεξελιχθεί | θα μετεξελισσόμαστε / θα μετεξελιχθούμε | θα μετεξελίσσεστε / θα μετεξελιχθείτε | θα μετεξελίσσονται / θα μετεξελιχθούν / θα μετεξελιχθούνε |
| Παρακείμενος | έχω μετεξελιχθεί | έχεις μετεξελιχθεί | έχει μετεξελιχθεί | έχουμε μετεξελιχθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μετεξελιχθεί | είχες μετεξελιχθεί | είχε μετεξελιχθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μετεξελιχθεί / να μετεξελίσσομαι / να μετεξελιχθώ | να έχεις μετεξελιχθεί / να μετεξελίσσεσαι / να μετεξελιχθείς | να έχει μετεξελιχθεί / να μετεξελίσσεται / να μετεξελιχθεί | να έχουμε μετεξελιχθεί / να μετεξελισσόμαστε / να μετεξελιχθούμε | να μετεξελίσσεστε / να μετεξελιχθείτε | να μετεξελίσσονται / να μετεξελιχθούν / να μετεξελιχθούνε |
| Προστακτική | — | μετεξελίξου | — | — | μετεξελίσσεστε / μετεξελιχθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →