μετεπιβίβαση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μετεπιβιβάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετεπιβίβαση < μετεπιβιβάζω + -ση ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική reembarkation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετεπιβίβαση | μετεπιβιβάσεις |
| Γενική | μετεπιβίβασης | μετεπιβιβάσεων |
| Αιτιατική | μετεπιβίβαση | μετεπιβιβάσεις |
| Κλητική | μετεπιβίβαση | μετεπιβιβάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →