Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετερίζι

/me.teˈɾi.zi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοοχυρωμένη θέση μάχης, όρυγμα, χαράκωμα Βικιλεξικό
    • (Του Τσέλιου, Τραγώδια των νεωτέρων Ελλήνων, συλλεχθέντα και μεταφρασθέντα εις τα Γερμανικά και εξηγηθέντα για σημειώσεων υπό Καρόλου Θεοδώρου Κίνδ, 1827, σελ. 14 https://books.google.gr/books?id=uSeVErSoGkEC&dq=%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%B9&pg=PA14#v=onepage&q=%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%B9&f=false)
    • Κ' ο Τιλχαβέζος φώναξεν από το μετερίζι :
    • «Έκβα , Τσέλιε μ', προσκύνησε, προσκύνα τον Βεζύρην»
    • Τσέλιος τ' απελογήθηκεν από το μετερίζι :
    • «Όσον 'ν' ο Τσέλιος ζωντανός, πασάν δεν προσκυνάει,
    • Πασάν 'χει Τσέλιος το σπαθί, Βεζύρην το τουφέκι»
    • Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλικάρια, / δώσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες, / γλήγορα και να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα, / που 'ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια. (Του Διάκου, Τα Ελληνικά δημοτικά τραγούδια, Εκδοτικόν Γραφείον Σείριος, 1970, σελ. 82)
  2. μεταφορικάθέση από την οποία αγωνίζεται κανείς Βικιλεξικό
    • κοινή μας συνιστώσα η αρχή ότι, απ' όποιο μετερίζι και αν είναι κανείς, κοινωνικό, θρησκευτικό, εθνικό, τα συναισθήματα που βιώνουμε μπροστά σε καταστάσεις ανθρώπινες είναι κοινά (Αλέξανδρος Παπαχριστόπουλος, Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΣΤΑΣΗ: Μνήμες διαδρομής 42.195 μέτρων, Publishopia, 2020)

Ετυμολογία

μετερίζι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική مترس (meteris, οχύρωμα, οχύρωση όπως γύρω από στρατόπεδο) με τροπή [s] > [z] < مترس (meters, σύρτης για το κλείσιμο πόρτας ή καγκελόπορτα όπως στα κάστρα) : → δείτε متراس στο αγγλικό Βικιλεξικό • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμετερίζιμετερίζια
Γενικήμετεριζιούμετεριζιών
Αιτιατικήμετερίζιμετερίζια
Κλητικήμετερίζιμετερίζια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →