μετωπικός
•
- που σχετίζεται με το μέτωπο Βικιλεξικό
- (ανατομία) μετωπιαίος
- που σχετίζεται με το μέτωπο μιας στρατιωτικής παράταξης Βικιλεξικό
- που σχετίζεται με τη συμμαχία ανάμεσα σε οργανώσεις ή ομάδες Βικιλεξικό
- που γίνεται κατά μέτωπο, από μπροστά Βικιλεξικό
- Οι έντονες χρωματικές κλίμακες, οι γραμμικές εκτελέσεις και τα γεωμετρικά μοτίβα, η μετωπική διάταξη των μορφών, η έλλειψη τρίτης διάστασης, η σχηματοποιημένη γεωμετρίζουσα πτυχολογία, οι στερεομετρικοί όγκοι και η κατανομή τους στο χώρο είναι χαρακτηριστικά που ως προδρομικά ζωγραφικά στοιχεία ευθέως παραπέμπουν στον κυβισμό, το φωβισμό, τον υπερρεαλισμό ή και τον εξπρεσιονισμό.
- μετεωρολογίαπου βρίσκεται ανάμεσα σε δύο -συχνά, διαφορετικές- αέριες μάζες και τις χωρίζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετωπικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μετωπικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική frontal, de front. Μορφολογικά αναλύεται σε μέτωπ(ο) + -ικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετωπικός | μετωπική | μετωπικό |
| Γενική | μετωπικού | μετωπικής | μετωπικού |
| Αιτιατική | μετωπικό | μετωπική | μετωπικό |
| Κλητική | μετωπικέ | μετωπική | μετωπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετωπικοί | μετωπικές | μετωπικά |
| Γενική | μετωπικών | μετωπικών | μετωπικών |
| Αιτιατική | μετωπικούς | μετωπικές | μετωπικά |
| Κλητική | μετωπικοί | μετωπικές | μετωπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →