Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετωπικός

/me.to.piˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με το μέτωπο Βικιλεξικό
    • (ανατομία) μετωπιαίος
  2. που σχετίζεται με το μέτωπο μιας στρατιωτικής παράταξης Βικιλεξικό
  3. που σχετίζεται με τη συμμαχία ανάμεσα σε οργανώσεις ή ομάδες Βικιλεξικό
  4. που γίνεται κατά μέτωπο, από μπροστά Βικιλεξικό
    • Οι έντονες χρωματικές κλίμακες, οι γραμμικές εκτελέσεις και τα γεωμετρικά μοτίβα, η μετωπική διάταξη των μορφών, η έλλειψη τρίτης διάστασης, η σχηματοποιημένη γεωμετρίζουσα πτυχολογία, οι στερεομετρικοί όγκοι και η κατανομή τους στο χώρο είναι χαρακτηριστικά που ως προδρομικά ζωγραφικά στοιχεία ευθέως παραπέμπουν στον κυβισμό, το φωβισμό, τον υπερρεαλισμό ή και τον εξπρεσιονισμό.
  5. μετεωρολογίαπου βρίσκεται ανάμεσα σε δύο -συχνά, διαφορετικές- αέριες μάζες και τις χωρίζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετωπικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μετωπικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική frontal, de front. Μορφολογικά αναλύεται σε μέτωπ(ο) + -ικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετωπικόςμετωπικήμετωπικό
Γενικήμετωπικούμετωπικήςμετωπικού
Αιτιατικήμετωπικόμετωπικήμετωπικό
Κλητικήμετωπικέμετωπικήμετωπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετωπικοίμετωπικέςμετωπικά
Γενικήμετωπικώνμετωπικώνμετωπικών
Αιτιατικήμετωπικούςμετωπικέςμετωπικά
Κλητικήμετωπικοίμετωπικέςμετωπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →